Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Τα γεννέθλια


«Βρε Φούλα, κλείσε την πόρτα βρε, κάνει ρεύμα…»
«Ναι, ναι τώρα…»
«Χαραλάμπη, ο ανιψιός σου σού έστειλε ευχητήρια καρτ-ποστάλ», είπε η Μερόπη.
«Ποιος ανιψιός;»
«Ο Θεμιστοκλής.»
«Ααα. Το «όνειδος…»»
«Πιο σιγά, μπορεί ν’ ακούσει η Στέλλα.»
«Ε, ας ακούσει… Για να δω τι γράφει... Σεβαστέ μου θείε,  εύχομαι χρόνους πολλούς, μακροημέρευση και υγεία.» Χμμμ. Τέλος πάντων. Αυτό το παιδί… Δεν το συμπαθώ βρε Μερόπη, κρίμα το όνομα που του έδωσα. Στρατηγός είπα ο Θεμιστοκλής, ε κάτι θα πάρει από τον συνονόματόν του. Κι αυτός πήρε, δεν μπορώ να πω,  από την ανάποδη.»
«Μα τώρα Χαραλάμπη, είναι πράγματα αυτά που λες;»
«Μα να λιποτακτήσει από τον στρατόν; Αν όλοι το έκαμαν αυτό, τι θα γινόταν η Ελλάς; Μπάτε Τούρκοι αλέστε. Τι να περιμένεις όμως από τον γιο του προδότη, του αρχιχαφιέ του Τάκου;»
«Σιγά Χριστιανέ μου, θ’ ακούσει η Στέλλα σου λέω», είπε ψιθυριστά η Μερόπη κοιτάζοντας προς την πόρτα.
«Δεν ακούει, πήγε το κατσίκι στο φούρνο.»
«Ναι, αλλά μπορεί να μπει από στιγμή σε στιγμή..»
«Ε, ας ακούσει, στο σπίτι μου είμαι κι όπως θέλω θα μιλώ.»
«Δεν μου λες, θα έρθει και αυτός… ο Τάκος;» Συνέχισε.
«Ε, δεν θα 'ρθει; Άνδρας της ξαδέλφης σου είναι. Μα τι έπαθες και γκρινιάζεις μ' όλο τον κόσμο μέρα που είναι; » Είπε αγανακτισμένη η γυναίκα του.
«Καλώς να τον δεχθούμε», μουρμούρισε κατσουφιασμένος και βγήκε στην αυλή.
Κάτω από τα δέντρα οι γυναίκες έστρωναν τα τραπέζια με χρωματιστά τραπεζομάντιλα και τοποθετούσαν βάζα με τριαντάφυλλα. Κοίταξε τις κουτσουρεμένες τριανταφυλλιές του και πήρε μια βαθειά ανάσα.
«Βρε καλώς τον Αναστάσιον.. Φρέσκο φρέσκο σε βλέπω Αναστάση μου, πέρασες από τον μπαρμπέρη βλέπω, αστράφτει το μαγουλάκι σου», είπε στον άνδρα που μόλις έμπαινε στον αυλόγυρο.
«Ε, ναι, για να σε τιμήσω, είπα, Χαραλάμπη να μην έρθω αξούριστος. Χρόνια πολλά μπατζανάκη, να τα εκατοστίσεις.»
«Αγαπητέ Αναστάση, ακολουθείς βλέπω κατά γράμμα το φείδου χρόνου ακόμη και δια τας ευχάς, δεν εξηγείται διαφορετικά αυτή η τσιγγουνιά σου...»
Α, τον παλιοτσιγκούναρο. Ε, βέβαια. Αυτός ήταν ικανός να πουλήσει και τη μάνα του για μια δεκάρα, στράβωσε τη μούρη του ο Χαραλάμπης. Άκου να τα εκατοστίσεις… Πες να τα χιλιάσεις χριστιανέ μου, τζάμπα είναι, σάματις από την τσέπη σου θα τα δώσεις; Βρε τον σπαγκοραμμένο… 
«Γεια σου μπάρμπα, γεια σου θειά Μερόπη, έφερα τις πίτες που παραγγείλατε.»
Ο νεαρός άφησε τις σακούλες κάτω και στεκόταν όρθιος σαν ξυλάγγουρο. Το πεσκέσι περίμενε, κατάλαβες, εδώ είν' Ελλάδα, άμα δεν πέσει το κατοστάρικο, τέλος πάντων τα δυο ευρώ, εκεί θε να μείνει ακούνητος ίσαμε το βράδυ. Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν. Κανονικά και επειδή τον απεκάλεσε μπάρμπα δεν έπρεπε να του δώκει δεκάρα τσακιστή, έλα όμως που η Μερόπη στεκόταν από πάνου του σαν τον αρχάγγελο. Τέλος πάντων. Του έβαλε στο χέρι το πουρμπουάρ,  κατά πως λένε σήμερα το μπαχτσίς, να πάει να ξεκουμπιστεί να κάνουν κι αυτοί τη δουλειά τους.
«Φέρανε και την τούρτα», μπήκε η αδελφή του, η Φούλα, σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα.
«Καλά, βάλ' την στο ψυγείο για την ώρα, τα κεράκια μόνο πρόσεξε μη χάσεις», είπε η Μερόπη.
«Τρελαθήκατε μωρέ; Θα μου βάλετε και κεράκια; Που να χωρέσουν 70 κεριά πάνω στο γλυκό; Kόσκινο θα το κάνετε», είπε ο Χαραλάμπης.
Η Μερόπη τον κοίταξε αγανακτισμένη. Δεν υποφερόταν πια η γκρίνια του. Τους είχε σπάσει τα νεύρα από το πρωί. Ανακατευόταν παντού, κι αυτό ήταν το λιγότερο. Όλα του ξίνιζαν, όλα του μύριζαν, με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένος.
«Πατέρα, πατέρα, ένα πακέτο για σας», μπήκε τρέχοντας η κόρη του η Ανέσα, το όνομα της αγίας της μάνας του.
«Αχ, τα ξυραφάκια ζιλέτ είναι καλέ, για να δω,  πόσες ντουζίνες στείλανε; Δώδεκα; Μπράβο τους! Χουβαρντάδες!» είπε η Ειρήνη, η δεύτερη κόρη, το όνομα της πεθεράς αυτή, χμμμ..
«Μόνον δώδεκα; Άλλοι τσιγκούνηδες απ’ εκεί. Ευτυχώς τουλάχιστον που είναι τούρμπο», μουρμούρισε πάλι  Χαραλάμπης.
«Τι είναι αυτά βρε Χαραλάμπη;»
«Ο μπαμπάς θείε Αναστάση, διαπίστωσε μία ημέρα ότι εκεί που έκανε είκοσι ξυρίσματα με ένα ξυραφάκι ζιλέτ, ξαφνικά στα τέσσερα, άρχισε να κόβεται. Ξεκίνησε λοιπόν τις επιστολές, στο διευθυντή μάρκετινγκ, στο διευθυντή πωλήσεων, στον γενικό διευθυντή, βαρεθήκανε οι άνθρωποι, σου λένε με τρελό μπλέξαμε,  προκειμένου να μας ζαλίζει το κεφάλι, άσε να του στείλουμε δώδεκα ντουζίνες να ‘χει να ξυρίζεται και στον άλλο κόσμο!»
«Μπράβο βρε Χαραλάμπη, βρήκες δουλειά βλέπω στα γεράματα και μάλιστα αποδοτική.»
«Έκλεισε μπαμπά ο φάκελος ζιλέτ; Να τον δέσω και να τον τακτοποιήσω μαζί με τον φάκελο Κατσέλη;»
«Βρε σεις, τι είν’ αυτοί οι φακέλοι, δε μου λέτε και μένα;»
«Θείε, όπως σας είπα, ο μπαμπάς ασχολείται πλέον με τα ελαττωματικά προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά και ιδιαίτερα στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Να, τις προάλλες βρήκε μέσα στο ψωμί του τοστ, του Κατσέλη, μια φέτα μουχλιασμένη. Άρχισε πάλι τις επιστολές και μια μέρα μας  χτυπούν την πόρτα, ανοίγω και τι να δω; Ένα φορτηγάκι και ξεφόρτωσε κοντά πενήντα ψωμιά. Έφαγε όλη η γειτονιά, την κάναν ταράτσα και τ’ αδέσποτα και τα υπόλοιπα τα βάλαμε στην κατάψυξη. Προχθές φάγαμε τον τελευταίο Κατσέλη.»
Από αύριο άνοιγε ο φάκελος Bocsh. Τα ηλεκτρικά σκουπάκια. Κι άσε την Μερόπη να λέει. Το προηγούμενο άντεξε δέκα χρόνια. Τούτο δω στα δύο ακριβώς, ούτε μέρα παραπάνω, χάλασε. Είναι ή δεν είναι κοροϊδία, απάτη, καταλήστευση των καταναλωτών; Ε;
«Πατέρα, δεν πάτε να ξαπλώσετε; Στις δύο τους περιμένουμε, έχετε κοντά δυο ώρες. Ο θείος Αναστάσης έχει ξαπλώσει ήδη, του έδωσα το ανατολικό δωμάτιο, ήταν κουρασμένος ο καημένος, ήρθε με τα πόδια βλέπεις. Και μην είσαι τόσο απότομος μαζί του. Είναι πολύ γλυκός και σ’ αγαπάει. Έκανε τόσο δρόμο να ‘ρθει να σου ευχηθεί.»
«Ε, εντάξει δεν λέω ότι με μισεί κιόλας, αλλά μήπως φταίω γω που ήρθε με τα πόδια και κουράστηκε; Η τσιγκουνιά του φταίει, χάθηκε να πάρει ένα ταξί βρε αδερφέ;»
«Καλά, καλά, έλα πήγαινε να ξεκουραστείς τώρα για να είσαι φρέσκος όταν έρθουν οι άλλοι.»
Δεν είχε διάθεση να ξαπλώσει, ήθελε να μείνει να επιβλέπει αλλά οι γυναίκες δεν τον άφηναν, μπερδευόταν στα πόδια τους όλη την ώρα, έλεγαν, και τις εμπόδιζε να κάνουν τη δουλειά τους.
Τέλος πάντων. Ξάπλωσε αλλά που ύπνος. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα. Και σαν να τον πήρε και λίγο… Λιγουλάκι, γιατί άκουγε απ’ έξω και τις φωνές των γυναικών.
Και σαν να ονειρεύτηκε κιόλας. Και είδε τον πατέρα του, τον μπάρμπα Γιάννη να κόβει βόλτες κρεμασμένος απ' το ταβάνι σα νυχτερίδα. Και ήταν κατάμαυρος, λέει, πίσσα. Έκανε το σταυρό του.
«Πατέρα τι κάνεις εκεί;» του είπε αποσβολωμένος
«Τι κάνω; Κρέμουμαι, να τι κάνω.»
«Μα γιατί;»
«Γιατί γύρισ' ο κόσμος ανάποδα. Άμα οι γονείς απαρνιούνται τα παιδιά τους, τότες ο κόσμος γυρνά ανάποδα...»
«Και γιατί μαύρισες; »
«Είναι της μόδας Χαραλάμπη...»
«Ήρθες για τα γεννέθλιά μου πατέρα;»
«Χμμμ..»  
«Κατέβα κάτω, με ζαλίζεις έτσι που τρέχεις πάνω από το κεφάλι μου. Έλα, κατέβα να πάμε στο τραπέζι, έχουν έρθει όλοι, έλα να δεις..»
«Όχι όλοι, όχι όλοι..» είπε και συνέχισε να γυροβολά πάνω απ' το κεφάλι του Χαραλάμπη.
«…»
«Λείπει ο γιος σου Χαραλάμπη. Κι όσο δεν έρχεται ο γιος σου, εγώ δεν κατεβαίνω από δω!»
«Πατέρα; Τι 'ναι αυτά που λες;»
Έκανε να σηκωθεί αλλά ήταν βαρύς, σα μολύβι, δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε πόδια ούτε χέρια κι είχε μουσκέψει ολόκληρος. Κι ένα αίσθημα απόγνωσης τον πλημμύρισε σαν είδε ότι ο πατέρας του είχε εξαφανιστεί από το ταβάνι.
«Μπαμπά, σήκω, σήκω να δεις ποιος ήρθε!»
Άνοιξε τα μάτια και είδε την Ανέσα να του χαμογελά.
«Ανέσα μου, αχ ματάκια μου εσύ είσαι; Ποιος είπες ότι ήρθε;»
«Έλα, έλα έξω να δεις.»
Βγήκε στο κατώφλι κρατώντας το χέρι της κόρης του, ζαλισμένος ακόμη από το περίεργο όνειρο. Κι εκεί, στη μέση της αυλής ένα ζευγάρι και δύο παιδάκια στέκονταν και τον κοίταζαν χαμογελώντας. Ένας λευκός άνδρας, μια μαύρη νέα γυναίκα και δύο παιδάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι μαύρα κι αυτά σαν τη μάνα τους. Αναστέναξε.
«Ποιος τους έφερε αυτούς;»
«Εγώ Χαραλάμπη», είπε η Μερόπη, «εγώ τους κάλεσα. Κράτησε πολλά χρόνια αυτή η ιστορία. Καιρός να τελειώνει. Ο γιός μας ήρθε με την οικογένειά του να σου ευχηθεί.»
Γύρισε και την κοίταξε αγριεμένος.
Η Μερόπη δεν του άφησε περιθώριο να μιλήσει.
«Ήρθαν τα παιδιά μας Χαραλάμπη να γιορτάσουμε τα γεννέθλιά σου όλοι μαζί. Κι αν εσύ δεν θες, τα γιορτάζουμε και μόνοι μας.»
Ο γιός του πλησίασε και τον αγκάλιασε.
«Πατέρα, να σου γνωρίσω τη γυναίκα μου, τη Μαρία και τα παιδιά μας, τον Χαράλαμπο και τη Χριστίνα.»
«Παππού, παππού», όρμησαν τα δύο παιδιά και του αγκάλιασαν τα γόνατα.
Βρε, άντε από κει που θα με πείτε και παππού, ήταν έτοιμος να τους φωνάξει όταν μια μικρή φωνούλα μέσα του τον επανέφερε στην τάξη. «Χαραλάμπηηη.. συμμαζέψου.»
«Μα, τι σχέση έχω γω μ' αυτά τα μαυροτσούκαλα που με φωνάζουν και παππού;» ψιθύρισε γυρίζοντας στη Μερόπη.
«Χαραλάμπηηη..»
«Καλά ντε.. μια κουβέντα είπα.»
«Βρε βρε, τι χαριτωμένα που είναι..», γέλασε αμήχανα και τα φίλησε διστακτικά, τα φίλησε όμως.
«Να παίξουν τα όργανα», φώναξε η Μερόπη, «ν' αρχίσουν οι χοροί, σήμερα έχουμε γιορτή!»
«Ώστε λοιπόν Χαράλαμπο σε λένε…» γύρισε ο Χαραλάμπης στον εγγονό του κοιτάζοντάς τον εξεταστικά.
«Όοοχι, δε με λένε Χαράλαμπο, Χαραλάμπη με λένε, σαν και σένα!» του απάντησε ο μικρός με μάτια που άστραφταν.
«Και δε μου λες, τι θα γίνεις σα μεγαλώσεις;» σήκωσε το φρύδι ο Χαραλάμπης.
«Πρωθυπουργός της Ελλάδας, σαν τον Ομπάμα!», είπε ο μικρός περήφανα.
Ο Χαραλάμπης παραλίγο να πνιγεί. Βρε το διαολάκι.. Φιρί φιρί το πήγαινε να τον…
«Πατέρα, χρόνια σου πολλά, να σε χαιρόμαστε!» διέκοψε τη σκέψη του ο γιος του.
«Να τα εκατοστίσεις!» σήκωσαν κι οι υπόλοιποι τα ποτήρια τους.
«Α, τους παλιοτσιγκούνηδες. Μόνο εκατό βρε σεις; Μόνο εκατό; Πέστε χίλια βρε, Χίλια! Τζάμπα είναι», μουρμούρισε.
«Παππού», γύρισε ο εγγονός του προς το μέρος του κρατώντας ένα ποτήρι πορτοκαλάδα, «να τα χιλιάσεις!»
Βρε το ζουλάπι, βρε, τούτο δω ήταν πιο έξυπνο απ' όλους. Σπίρτο ήταν το άτιμο. Εμ, αφού είχε πάρει τ' όνομά του, τι θα 'ταν, ε;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου