Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

ΔΕΚΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ



Της άρεσε να ταξιδεύει με το τραίνο. Να βλέπει την Ελλάδα να ξεδιπλώνεται μπροστά της. Τα βουνά, τους κάμπους, τις θάλασσές της.
Έκλεισε τα μάτια της, τα ξανάνοιξε όμως γρήγορα. Κοίταξε το ρολόι της. Σε λίγο θα περνούσαν από τον Όλυμπο, το βουνό των θεών.
Κάποτε της άρεσε να διαβάζει όταν ταξίδευε. Τώρα όχι. Κοίταξε τον κύριο στο διπλανό κάθισμα. Έτρωγε φιστίκια. Οι αστράγαλοί του ήταν πρησμένοι και είχε λύσει τα κορδόνια από τα παπούτσια του.
Κι αυτήν την ενοχλούσαν τα παπούτσια της. Τα κοίταξε για λίγο αλλά δεν έκανε καμία κίνηση.
Το τραίνο σφύριξε. Σε λίγο θα έμπαιναν στο θεσσαλικό κάμπο, θα περνούσαν τη Λάρισα. Εκεί είχε γεννηθεί. Νά το το σπίτι τους. Από κει, από αυτό το παράθυρο έβλεπε τα τραίνα να περνούν. Της άρεσε να βλέπει τα τραίνα να περνούν όταν ήταν μικρή. Και τώρα της άρεσε.
Ένα κινητό χτύπησε, δυό νεαροί πέρασαν δίπλα της. ΄Εσφιξε τα μάτια της δυνατά. Έτσουζαν.
Στην Αθήνα θα την περίμενε η Ντόρα. Θα την έσφιγγε στην αγκαλιά της, θα τη φιλούσε αλλ' αυτή δεν θα ανταποκρινόταν. Θα της έπαιρνε την τσάντα από το χέρι και θα έμπαιναν στο αυτοκίνητο κι η Ντόρα θα μιλούσε ασταμάτητα για διάφορα- αδιάφορα και βαρετά. Αυτή δεν θα απαντούσε.
Μόνο θα άκουγε αυτά που θα της έλεγε η Ντόρα.
Κάποτε μιλούσε κι εκείνη, μιλούσε και γελούσε. Τότε την αγαπούσε τη ζωή, τη ρουφούσε. Ήταν χαρούμενη τότε. Tότε είχε να πει πολλά, είχε να δώσει. Τώρα τίποτα.
Η Ντόρα την περίμενε γελαστή. Την έσφιξε στην αγκαλιά της. Δεν ανταποκρίθηκε. Της πήρε την τσάντα από το χέρι και μπήκαν στο αυτοκίνητο. Η αδελφή της οδηγούσε και μιλούσε, μιλούσε ασταμάτητα. Την άκουγε χωρίς την προσέχει. Στο σπίτι τους περίμενε όλη η οικογένεια. Έπεσαν επάνω της τα εγγόνια της Ντόρας.
«Θεία Ρένα, θεία Ρένα…»
Η Ντόρα έβαλε τραπέζι. Φάε, φάε, την παρότρυνε. Έκανε προσπάθεια να καταπιεί. Η Ντόρα μιλούσε, όλο μιλούσε. Την κοίταξε και διέκρινε την έγνοια στα μάτια της αδελφής της. Έσκυψε το κεφάλι.
Τα παιδιά έφυγαν για ύπνο. Η Ντόρα κάθισε απέναντί της και την κοίταξε. Μετά σηκώθηκε και την αγκάλιασε σφιχτά. Την έπνιγε. Την απώθησε απαλά.
Θέλω να κοιμηθώ, της είπε. Η Ντόρα την οδήγησε στο δωμάτιό της.
Δεν κοιμήθηκε καθόλου.
Σηκώθηκε πρωί. Τα παιδιά είχαν ήδη φύγει για το σχολείο. Ήπιε δυό γουλιές καφέ.
Έχω μια δουλειά, είπε στην Ντόρα. Θα γυρίσω αργά. Μην ανησυχήσεις. Η έγνοια στα μάτια της αδελφής της μεγάλωσε.
Έφυγε.
Έσφιξε την τσάντα κάτω από το μπράτσο της.
Κοίταξε το κτίριο μπροστά της. Προχώρησε σταθερά στην είσοδο. Πήρε το ασανσέρ. Σταμάτησε στον 5ο όροφο.
Τον κύριο …τάδε, είπε.
Γραφείο 7, της έδειξαν μια πόρτα.
Χτύπησε. Της άνοιξε ο ίδιος. Την κοίταξε χωρίς απορία, σαν να την περίμενε. Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε. Αφέθηκε. Κάθησε σε μια καρέκλα κι εκείνος στο γραφείο, απέναντί της. Έπιασε με τα χέρια το κεφάλι του, τα πέρασε μέσα στα μαλλιά του. Την κοίταξε έντονα.
Δεν πρέπει ίσως να μιλήσω, της είπε, αλλά θέλω να γνωρίζετε ότι είμαι συγκλονισμένος, ότι ήθελα πολύ να σας επισκεφθώ αλλά δεν τολμούσα. Θέλω να σας πω πολλά, αλλά δεν βρίσκω τα κατάλληλα λόγια. Νοιώθω…
Σταμάτησε και την κοίταξε πάλι. Τα μάτια του της έλεγαν ότι ήταν ειλικρινής. Άνοιξε την τσάντα της και κοίταξε μέσα. Ένα δευτερόλεπτο απείχε η σκέψη της από την κίνηση του χεριού της. Όσο και η ζωή του Άγγελου από το θάνατο.
Έκλεισε πάλι την τσάντα. Τον ξανακοίταξε. Δεν ένοιωθε τίποτα. Ούτε καν μίσος. Μόνο κενό. Ένα τεράστιο κενό.
Ένα δευτερόλεπτο… ένα δευτερόλεπτο..
Μέτρα μέχρι το δέκα, είπε ο Άγγελος, και μετά ρίξε.
Εκείνος έριξε στα εννιά δευτερόλεπτα. Δεν μέτρησε σωστά. Ήταν ένα παιχνίδι. Ένα μοιραίο παιχνίδι που το έπαιζαν συχνά. Από μικρά παιδιά. Τότε χρησιμοποιούσαν πέτρες. Τώρα πιστόλια.
Την έπιασε από το μπράτσο.
«Δεν ζητώ να με συγχωρήσετε» της είπε, «δεν θα το ζητούσα ποτέ, ξέρω ότι είναι αδύνατον, θέλω μόνο να ξέρετε…»
Σταμάτησε. Κατάλαβε ότι δεν τον άκουγε. Του γύρισε την πλάτη και βγήκε από το γραφείο, από το κτίριο. Περιφερόταν όλη μέρα άσκοπα.
Ο Άγγελος, ο άγγελός της, ο μοναχογιός της, είχε φύγει γιατί κάποιος δεν μέτρησε σωστά. Το δέκατο δευτερόλεπτο αποδείχτηκε μοιραίο.
Ήρθε εδώ να δει το θύτη του παιδιού της, το θύτη της. ΄Ηθελε να μετρήσει τα δέκα δευτερόλεπτα σημαδεύοντάς τον με το πιστόλι που είχε στην τσάντα της. Θα μετρούσε ακριβώς εννέα όπως έκανε ο ίδιος, στο δέκατο θα έριχνε.
Δεν το έκανε. Δεν ήξερε γιατί.
Έφτασε στο σταθμό.
Της άρεσε να βλέπει τα τραίνα να περνούν. Κάθισε στο παγκάκι.
Πρέπει να κοιτάς μπροστά, έλεγαν όλοι. Τί ηλίθια πράγματα που λένε οι άνθρωποι.
Η ζωή της ήταν πίσω. Ο Άγγελος ήταν πίσω.
Ανέβηκε στη γέφυρα. Έτσι έβλεπε καλύτερα τα τραίνα να περνούν.
Πρέπει να κοιτάς μπροστά, της έλεγαν όλοι.
Πίσω ήταν ο Άγγελος. Κοίταξε μπροστά. Σήκωσε το πόδι της, το πέρασε πάνω από τα κάγκελα κι έπεσε την ώρα που από κάτω περνούσε το τραίνο.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου